Νίκος Καββαδίας

 


Είμαι η Ανθή Σουβατζόγλου και σήμερα θα σας μιλήσω για έναν ποιητή που δεν έγραψε απλώς για τη θάλασσα, αλλά τη μετέτρεψε σε πατρίδα της ποίησής του,μιας  και περισσότερο ταξίδεψε μέσα στη μοναξιά, τη νοσταλγία και την αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για έναν μακρινό ορίζοντα, παρά σε θάλασσες... Θα σας μιλήσω για τον Νίκο Καββαδία.

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ένας ποιητής που μένει ήσυχα κλεισμένος στις σελίδες ενός βιβλίου. Το όνομά του μοιάζει να έρχεται μαζί με τη μυρωδιά του αλατιού, τον ήχο του ασυρμάτου και τη σκιά ενός πλοίου που χάνεται στο βάθος. Είναι ο ποιητής των μακρινών ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, των εξωτικών λιμανιών αλλά και των ανθρώπων που ζουν διαρκώς ανάμεσα σε δύο κόσμους: στην επιθυμία της φυγής και στη βαθιά ανάγκη της επιστροφής.

Ίσως γι’ αυτό η ποίησή του εξακολουθεί να συγκινεί. Γιατί πίσω από τα καράβια, τις θάλασσες και τα ξένα τοπωνύμια, ο Καββαδίας μιλά για εκείνη την ανησυχία που κάνει τον άνθρωπο να κοιτάζει πάντα λίγο πιο πέρα από τον ορίζοντα.

Ο Νίκος Καββαδίας, ή Κόλιας όπως τον φώναζαν οι δικοί του άνθρωποι, γεννήθηκε το 1910 στη Μαντζουρία.Η καταγωγή του όμως ήταν ελληνική και συγκεκριμένα κεφαλλονίτικη από τη μεριά της μητέρας του, Δωροθέας Αγγελάτου. Ο πατέρας του, Χαρίλαος Καββαδίας, δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο και η οικογένεια ζούσε ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, γλώσσες και πολιτισμούς. Ίσως εκεί, σε αυτή την πρώιμη εμπειρία του «ανάμεσα», να βρίσκονται ήδη οι πρώτοι σπόροι της ποίησής του.

Το 1914, με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Κεφαλονιά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1921, μετακομίζει στον Πειραιά. Ο νεαρός Νίκος μεγαλώνει σε μια πόλη λιμανιού, όπου τα πλοία, οι γλώσσες των ναυτικών και οι ιστορίες των ταξιδιών δεν ήταν φαντασία αλλά καθημερινότητα. Εκεί ολοκληρώνει τις σπουδές του, φοιτώντας και στο γαλλικό σχολείο Saint Paul, ενώ παράλληλα αρχίζει να γράφει και να δημοσιεύει τους πρώτους του στίχους με το ψευδώνυμο «Πέτρος Βαλχάλας».

Η αρχική του επιθυμία ήταν να σπουδάσει ιατρική. Έδωσε εξετάσεις και γράφτηκε στη σχολή. Όμως η ζωή συχνά επιλέγει διαφορετική πορεία από εκείνη που σχεδιάζουμε. Η οικονομική καταστροφή και αργότερα ο θάνατος του πατέρα του τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να εργαστεί. Για ένα διάστημα δούλεψε σε ναυτικό γραφείο κρατώντας λογιστικά βιβλία. Κι έπειτα, το 1929, μπαρκάρει.

Αυτή η απόφαση δεν υπήρξε απλώς επαγγελματική. Έμοιαζε σχεδόν μοιραία.Το πλοίο γίνεται ο πραγματικός του τόπος. Από το 1930 και για πολλά χρόνια αρχίζει μια ζωή αδιάκοπων ταξιδιών. Ταξιδεύει αρχικά ως ναύτης και αργότερα ως ασυρματιστής και ραδιοτηλεγραφητής. Βρίσκεται σε φορτηγά και επιβατικά πλοία, διασχίζει θάλασσες, περνά από λιμάνια της Ευρώπης, της Ασίας, της Ερυθράς Θάλασσας, φτάνει ακόμη και στην Αυστραλία. Κι όμως, όσο περισσότερο ταξιδεύει, τόσο πιο έντονα μοιάζει να κατοικεί μέσα του η αίσθηση της απουσίας.

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο μυστικό της ποίησής του.Ο Καββαδίας δεν έγραψε τουριστικά ποιήματα για εξωτικές χώρες. Δεν τον γοήτευε η επιφάνεια του ταξιδιού αλλά η εσωτερική του μοναξιά. Οι άνθρωποί του είναι ναυτικοί κουρασμένοι, γυναίκες που μένουν στη μνήμη σαν θολές μορφές, πρόσωπα χαμένα ανάμεσα στη νοσταλγία και στη φθορά. Η θάλασσα στα ποιήματά του δεν είναι ρομαντικό τοπίο. Είναι δοκιμασία, εξορία, ελευθερία αλλά και παγίδα.

Το 1933 εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, το «Μαραμπού». Το βιβλίο τυπώνεται με δικά του έξοδα σε περιορισμένα αντίτυπα. Ωστόσο προκαλεί αμέσως εντύπωση στους λογοτεχνικούς κύκλους. Η γλώσσα του είναι διαφορετική. Γεμάτη ναυτικούς όρους, ξένα τοπωνύμια, μυστηριώδη πρόσωπα και σκοτεινή μουσικότητα. Ο αναγνώστης αισθάνεται πως ακούει μια φωνή που έρχεται όχι από τα αθηναϊκά σαλόνια αλλά από το κατάστρωμα ενός πλοίου τη νύχτα.

Ακολουθεί το «Πούσι» το 1947 και αργότερα η «Βάρδια», το μοναδικό πεζό του έργο, που εκδίδεται το 1954. Στη «Βάρδια» ο Καββαδίας δεν αφηγείται απλώς τη ζωή στη θάλασσα· μας εισάγει στον ψυχισμό των ανθρώπων της. Το πλοίο μετατρέπεται σε μικρόκοσμο όπου συνυπάρχουν φόβος, χιούμορ, βία, συντροφικότητα και υπαρξιακή αγωνία.

Στο μεταξύ, η ιστορία περνά κι εκείνη πάνω από τη ζωή του. Το 1938 κατατάσσεται στον στρατό και λίγο αργότερα συμμετέχει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία. Τα χρόνια της Κατοχής μένει για ένα διάστημα στην Αθήνα, ενώ υπάρχουν στοιχεία και μαρτυρίες που δείχνουν τη σχέση του με αριστερούς κύκλους και την Αντίσταση. Η πολιτική του στάση δεν εκφράζεται με συνθήματα αλλά μέσα από μια βαθύτερη ευαισθησία απέναντι στους ανθρώπους που δοκιμάζονται από την ιστορία.

Μετά τον πόλεμο ξαναγυρίζει στη θάλασσα. Και ταξιδεύει ασταμάτητα.

Ο Καββαδίας συχνά τοποθετείται σχηματικά στη γενιά του ’30, όμως στην πραγματικότητα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση. Η γραφή του είναι βαθιά βιωματική. Διατηρεί τον ρυθμό και τη μουσικότητα της παραδοσιακής στιχουργίας, αλλά ταυτόχρονα κινείται προς την αφαίρεση και αγγίζει ορισμένες φορές τα όρια του υπερρεαλισμού. Κυρίαρχα μοτίβα της ποίησής του είναι η φυγή, ο εξωτισμός, ο κοσμοπολιτισμός, αλλά και η αίσθηση ότι ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε ξένος, είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα.

Για πολλά χρόνια δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπό του διάφοροι μύθοι. Κάποιοι υποστήριξαν ότι δεν ταξίδεψε ποτέ έξω από τη Μεσόγειο, άλλοι ότι δεν είχε σχέσεις με σημαντικούς λογοτέχνες ή πως πριν από τις μελοποιήσεις ήταν ένας άγνωστος ποιητής. Η νεότερη έρευνα, μέσα από αρχεία, επιστολές και συνεντεύξεις, δείχνει μια πιο σύνθετη αλήθεια. Ο Καββαδίας είχε ταξιδέψει πολύ περισσότερο απ’ όσο συχνά πιστεύεται, διατηρούσε σχέσεις με ανθρώπους των γραμμάτων και ήδη από τη δεκαετία του ’30 και ιδιαίτερα μετά το 1962 είχε αποκτήσει αναγνωρισιμότητα στους λογοτεχνικούς κύκλους.


Βέβαια, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η μεταθανάτια πορεία του συνδέθηκε καθοριστικά με τη μουσική. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί ποιήματά του . Ξαφνικά, οι στίχοι που μιλούσαν για καράβια, λιμάνια και μακρινούς ορίζοντες περνούν σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Ο Καββαδίας γίνεται πια πασίγνωστος. Όχι επειδή η μουσική δημιούργησε την αξία του, αλλά επειδή της έδωσε φωνή που έφτασε μακρύτερα.

Το τελευταίο του ταξίδι ολοκληρώνεται τον Δεκέμβριο του 1974. Επιστρέφει στην Αθήνα και ετοιμάζει την τρίτη ποιητική του συλλογή, το «Τραβέρσο». Δεν πρόλαβε να τη δει τυπωμένη. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1975 πεθαίνει ξαφνικά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να προτάξει στο βιβλίο του:«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθηκαι ,το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε».

Ίσως να υπάρχει κάτι συμβολικό σε αυτό το τέλος. Ο άνθρωπος που έζησε σχεδόν πάντα σε αναχώρηση έφυγε λίγο πριν ολοκληρώσει ακόμη ένα ταξίδι, αφήνοντας όμως πίσω του μια ποίηση που δεν γέρασε.Γιατί ο Νίκος Καββαδίας είναι για εμένα ,ο ποιητής της επιθυμίας για αλλού. Της ανησυχίας που δεν βολεύεται. Της μνήμης που ταξιδεύει περισσότερο από το σώμα. Και ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας αφορά. Επειδή, ακόμη κι αν δεν ανεβήκαμε ποτέ σε πλοίο, όλοι κάποια στιγμή νιώσαμε πως στεκόμαστε σε ένα εσωτερικό λιμάνι, κοιτώντας έναν ορίζοντα που διαρκώς απομακρύνεται.

🎧 Άκουσε το άρθρο: «Νίκος Καββαδίας»
👉 Άνοιξέ το στο Spotify

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ομορφιά ως σύμπτωμα

Σωκράτης