Ζοζέ Σαραμάγκου
Είμαι η Ανθή Σουβατζόγλου και σήμερα θα σας μιλήσω για έναν πολύ σημαντικό Πορτογάλο συγγραφέα, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.
Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1919 στην Πορτογαλία και πέθανε στις 18 Ιουνίου 2010. Εκτός από συγγραφέας, ήταν ποιητής, δημοσιογράφος και σεναριογράφος. Το 1998 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και έγινε γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η ζωή του δεν ήταν πάντα εύκολη. Ήταν εγγονός φτωχών αγροτών από το χωριό Αζινιάγκα. Όταν ήταν παιδί, η οικογένειά του μετακόμισε στη Λισαβόνα, επειδή ο πατέρας του άρχισε να εργάζεται ως αστυνομικός. Λίγους μήνες αργότερα, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Φρανσίσκο, πέθανε. Αυτό ήταν ένα γεγονός που τον σημάδεψε.
Ο Σαραμάγκου περνούσε τις διακοπές του στο χωριό μαζί με τους παππούδες του. Μάλιστα, θυμόταν έντονα μια συγκινητική στιγμή με τον παππού του. Όταν εκείνος αρρώστησε σοβαρά και έπρεπε να φύγει για τη Λισαβόνα, πήγε στην αυλή και αγκάλιασε ένα ένα τα δέντρα, κλαίγοντας και αποχαιρετώντας τα, επειδή πίστευε πως δεν θα επέστρεφε. Ο ίδιος έλεγε ότι μια τέτοια εμπειρία μπορεί να σημαδέψει έναν άνθρωπο για ολόκληρη τη ζωή του.
Παρόλο που ήταν καλός μαθητής, η οικογένειά του δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τον στείλει στο κλασικό γυμνάσιο. Έτσι, σε ηλικία 12 ετών γράφτηκε σε τεχνικό. Αργότερα εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε σε εκδοτικό οίκο ως μεταφραστής και δημοσιογράφος. Έγινε επίσης διευθυντής εφημερίδας. Μετά τις πολιτικές αλλαγές στην Πορτογαλία το 1974, έφυγε από τη θέση του και τελικά αφιερώθηκε στη συγγραφή.
Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν η «Γη της αμαρτίας», που κυκλοφόρησε το 1947, αλλά αρχικά πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Η μεγάλη διεθνής αναγνώριση ήρθε αργότερα, ιδιαίτερα με το «Χρονικό του μοναστηριού».
Ο Ζοζέ συχνά δημιουργούσε φανταστικά και παράξενα σενάρια για να μιλήσει για πολύ πραγματικά προβλήματα της ανθρώπινης ζωής.
Στην «Πέτρινη σχεδία», για παράδειγμα, η Ιβηρική Χερσόνησος αποσπάται από την Ευρώπη και αρχίζει να πλέει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Στο «Περί τυφλότητος», μια μυστηριώδης επιδημία προκαλεί ξαφνική «λευκή τυφλότητα» σε ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας. Μέσα από αυτές τις φανταστικές καταστάσεις, ο συγγραφέας μιλά για τη μοναξιά, την ανάγκη επικοινωνίας, την αλληλεγγύη, την αξιοπρέπεια και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Ένα από τα πιο γνωστά και αμφιλεγόμενα έργα του είναι «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», που κυκλοφόρησε το 1991. Πρόκειται για μια φανταστική αφήγηση της ζωής του Ιησού Χριστού, βασισμένη σε γεγονότα που εμφανίζονται στα κανονικά Ευαγγέλια, αλλά δεν ακολουθεί την ίδια ακριβώς χρονολογία. Ο Σαραμάγκου δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα πρώτα χρόνια της ζωής του Ιησού και τον παρουσιάζει ως έναν ανθρώπινο χαρακτήρα, με συναισθήματα, πάθη και αμφιβολίες.
Το έργο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ιδιαίτερα από εκπροσώπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Άλλοι, όμως, το αντιμετώπισαν ως ένα φιλοσοφικό και προκλητικό έργο που θέτει σημαντικά ερωτήματα για τον άνθρωπο, την πίστη και τον Θεό. Η διαμάχη γύρω από το βιβλίο οδήγησε τελικά τον Σαραμάγκου να φύγει από την Πορτογαλία και να εγκατασταθεί στη Λανθαρότε των Καναρίων Νήσων μαζί με τη σύζυγό του.
Το τελευταίο του μυθιστόρημα ήταν ο «Κάιν», που κυκλοφόρησε το 2009, περίπου έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. Και σε αυτό το βιβλίο ο Σαραμάγκου επιστρέφει στη Βίβλο και ξαναγράφει γνωστές ιστορίες μέσα από τη δική του λογοτεχνική και φιλοσοφική ματιά.
Ο Κάιν παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που αμφισβητεί και επαναστατεί απέναντι σε έναν Θεό που, στη συγκεκριμένη αφήγηση του συγγραφέα, παρουσιάζεται ως τιμωρητικός και εκδικητικός. Ο Κάιν ταξιδεύει μέσα στον χρόνο και συναντά πρόσωπα και γεγονότα της Βίβλου, όπως τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, τα Σόδομα και τα Γόμορρα και τον Νώε και την Κιβωτό.
Μέσα από αυτές τις συναντήσεις, ο Σαραμάγκου θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος έχει την ευθύνη για το κακό και την ανθρώπινη δυστυχία; Ο Κάιν γίνεται έτσι ένας χαρακτήρας που δεν αποδέχεται απλώς όσα συμβαίνουν, αλλά τα αμφισβητεί και ζητά εξηγήσεις.
Στον «Κάιν» υπάρχει επίσης μια πολύ δυνατή ιδέα: ο Θεός παρουσιάζεται σαν τη σιωπή του σύμπαντος, ενώ ο άνθρωπος σαν την κραυγή που προσπαθεί να δώσει νόημα σε αυτή τη σιωπή. Με αυτόν τον τρόπο, ο Σαραμάγκου δεν μας δίνει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, μας βάζει να σκεφτούμε μόνοι μας.
Αυτό ακριβώς έκανε γενικότερα και στη λογοτεχνία του. Δεν φοβόταν να αγγίξει θέματα που προκαλούσαν αντιδράσεις και να θέσει ερωτήματα που ίσως μας κάνουν να νιώθουμε άβολα.
Ο τρόπος γραφής του ήταν επίσης ξεχωριστός. Χρησιμοποιούσε πολύ μεγάλες προτάσεις και μεγάλες παραγράφους, ενώ στους διαλόγους συχνά δεν χρησιμοποιούσε εισαγωγικά. Στο «Περί τυφλότητος», μάλιστα, δεν δίνει κανονικά ονόματα στους χαρακτήρες, αλλά τους περιγράφει με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι, ο αναγνώστης επικεντρώνεται περισσότερο στη συμπεριφορά και στην ανθρώπινη πλευρά τους.
Ο συγγραφέας είχε έντονες πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις. Ήταν μέλος του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δήλωνε άθεος και περιέγραφε τον εαυτό του ως πεσιμιστή. Οι απόψεις του προκάλεσαν αρκετές αντιδράσεις, αλλά ο ίδιος δεν φοβήθηκε να τις εκφράσει μέσα από τα έργα του.
Και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που τα βιβλία του εξακολουθούν να προκαλούν συζητήσεις και που δεν ήθελε ο αναγνώστης απλώς να διαβάζει. Ήθελε να σταματά, να αναρωτιέται και να κοιτάζει ξανά αυτά που θεωρούσε δεδομένα.
Μερικά από τα αποφθέγματά του δείχνουν αυτή τη φιλοσοφία. Έλεγε: «Μπορούμε να ξεφύγουμε από τα πάντα, αλλά όχι από τους εαυτούς μας», «Το δύσκολο δεν είναι να ζεις με τους άλλους ανθρώπους, αλλά να τους καταλαβαίνεις»,«Κάθε μέρα είναι ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας».
Έλεγε ακόμη πως «ένα ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο οι ταξιδιώτες τελειώνουν». Και ίσως αυτή η φράση να ταιριάζει και στη δική του πορεία. Το δικό του ταξίδι τελείωσε το 2010, αλλά οι ιδέες του συνεχίζουν να ταξιδεύουν μέσα από τα βιβλία του.
Για μένα, αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό στοιχείο του Σαραμάγκου: δεν προσπαθεί να μας πει τι πρέπει να πιστεύουμε. Μας προκαλεί να σκεφτούμε. Να αμφισβητήσουμε. Να καταλάβουμε καλύτερα τους άλλους, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό.
Γιατί ένα βιβλίο δεν τελειώνει πραγματικά όταν φτάσουμε στην τελευταία του σελίδα. Τελειώνει μόνο όταν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε όσα μας έκανε να νιώσουμε.
Εκείνος αφήνει πίσω του βιβλία που δεν ζητούν απλώς να τα διαβάσουμε. Μας ζητούν να τα συζητήσουμε, να τα αμφισβητήσουμε και ίσως, κάποιες φορές, να αμφισβητήσουμε ακόμη και τον ίδιο μας τον τρόπο σκέψης.
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το μεγαλύτερο ταξίδι που μπορεί να μας προσφέρει ένας συγγραφέας: όχι να μας οδηγήσει σε μια συγκεκριμένη απάντηση, αλλά να μας κάνει να συνεχίσουμε να ψάχνουμε.
Σχετικά άρθρα
👉 Άνοιξέ το στο Spotify
